Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013



Είναι μέσα Νοέμβρη, 2 και μισή τα μεσάνυχτα. Σου γράφω για πρώτη φορά από τότε που έφυγες μόνο για να δω αν είσαι καλά. Έχει κρύο αλλά κάθομαι κοντά στο τζάκι και είναι ζεστά. Σταμάτησες να πίνεις? Τη μέρα που έφυγες ήσουν χάλια, εύχομαι να κατάφερες να το μειώσεις. Σε φαντάζομαι στο ζεστό σπιτάκι σου στο Λονδίνο με τις ψηλές κάλτσες σου και ένα κιμονό και φυσικά ένα ποτήρι κρασί στο χέρι να γελάς φιλάρεσκα. Μα πως αλλιώς να σε φανταστεί κανείς! Ψάχνεις να κατασπαράξεις το επόμενο θύμα σου με το πιο διαβολικό ύφος που θα τρόμαζε και το Σατανά. Γλυκιά μου.. Θυμάμαι την τελευταία φορά που σε είδα φαινόσουν πολύ μεγαλύτερη από εκείνο το διαβολάκι που θυμόμουν. Όπως βλέπεις μου είναι αδύνατο να σου κρατήσω κακία παρά τα όσα μου έκανες. 
Πως να ξεχάσω τη μέρα που σε γνώρισα, ήσουν ό,τι πιο φρέσκο και γεμάτο ζωή είχα γνωρίσει.Πόσο χαίρομαι που έζησα εκείνη την τρέλα μαζί σου! Πόσο κράτησε, 6 ή 7 μήνες? Τι απίστευτη τύχη είχα που βρέθηκες στο δρόμο μου. Σε πόνεσα όμως. Τώρα το καταλαβαίνω καλύτερα από ποτέ αλλά έπρεπε να σκεφτώ την "ήσυχη" ζωούλα μου και το "σοβαρό" μέλλον μου, παιδιά, σκυλιά και μια ξύλινη κουνιστή καρέκλα δίπλα στο τζάκι. Παντρεύτηκα τη Μπέτυ αμέσως. Σου στέλνει τους χαιρετισμούς της. Αλλά πως να έκλεινα εσένα σε ένα τέτοιο κλουβί? Εσύ ήσουν μια πεταλούδα, από αυτές με τα πιο σπάνια και όμορφα φτερά, πετούσες από λουλούδι σε λουλούδι. Σε φοβήθηκα. Φοβήθηκα το πάθος μου για σένα. Σε φοβήθηκα. Πως να το άντεχα αν με άφηνες, αν σε έκανα να αισθανθείς πλήξη δίπλα μου; 
Υποθέτω πως μου λείπεις, υποθέτω πως σε συγχώρεσα. Ακόμα δεν ξέρω. 
Εμφανίστηκες μια μέρα στην πόρτα μας. Είπες ότι ήσουν η χαμένη μου αδερφή και η Μπέτυ το πίστεψε. Πως το σκαρφίστηκες; Έφερες και φωτογραφίες και αποδεικτικά στοιχεία, έβαλες και τον πατέρα μου να τηλεφωνήσει στη Μπέτυ και να της το επιβεβαιώσει. Αχ Θεέ μου δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι πως τα κατάφερες και τον έπεισες, όχι ότι θα ήταν δύσκολο αν πήρα το γούστο του στις γυναίκες. Έμεινες ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο σπίτι μας. Η Μπέτυ σε λάτρεψε. Εξαφάνισες όλη τη θλίψη που είχε στα μάτια της τελευταία με το μαγικό σου ραβδάκι. Πως το κάνεις αυτό με τους ανθρώπους; Τα δε κορίτσια δε σταματούν να ρωτούν πότε θα μας επισκεφτείς ξανά. Ερχόσουν και με αγκάλιαζες, με φιλούσες δήθεν σαν αδερφή μου και κάθε φορά καιγόμουν μέσα μου από θυμό και λαχτάρα. Σε μισούσα μα ταυτόχρονα είχα πεθυμήσει τόσο τη γεύση σου και την υφή σου που φλέρταρα κάθε τόσο με την τρέλα. Και πως να σε έδιωχνα, τι να έλεγα στη Μπέτυ; Με αυτή τη γυναίκα σε απατούσα μισό χρόνο; Δεν ήξερα τι ήταν χειρότερο. Ήθελες την εκδίκησή σου. Δεν είχες κι άδικο. Σου είχα πει ψέμματα,  για τους πρώτους 4 μήνες της απίστευτης σχέσης μας, δεν είχες ιδέα για τη Μπέτυ και όταν έμαθες σου είπα πως θα τη χώριζα αλλά σε 4 μήνες την παντρεύτηκα και δεν άργησαν να έρθουν στον κόσμο οι κόρες μας. 
Ξέρεις η Μπέτυ κυκολφορεί συχνά γεμάτη ενθουσιασμό με το φουλάρι σου που λέει ότι της το χάρισες. Το περίφημο φουλάρι σου.Τώρα ξεθώριασε.. Αγαπώ τη γυναίκα μου αλλά το φουλάρι σου αργοπεθαίνει πάνω της. Το άφησες και αυτό για να με βασανίσεις αφού το περιέλουσες με το άρωμά σου, για να με σκοτώνεις μέρα με τη μέρα. Υπάρχει ακόμα η μυρωδιά σου στο χώρο . Δεν μου λείπεις ούτε και σε συγχωρώ. Για 3 ολόκληρους μήνες με παίδευες. Σαν κάθε πρωί να έσκιζες και λίγο από το δέρμα μου. Καλύτερα να με σκότωνες. Και κάθε φορά που έπινες έτρεμα πως πάνω στη ζάλη σου θα τα έλεγες όλα, αλλά τίποτα. Έπαιξες το ρόλο σου τέλεια και έφυγες ένα βράδυ που είχες πιει πολύ. Πίνεις ακόμα μικρή, σωστά;
Και έπαιρνες τη  γυναίκα μου και βγαίνατε βόλτες και της μιλούσες με τις ώρες για μουσική, για τη ζωή σου, για κρασιά, για άντρες και βγαίνατε και γνωρίζατε πολλούς και όταν η Μπέτυ γύριζε σπίτι δεν ήταν πια η γυναίκα μου, δεν ήταν η γυναίκα κανενός, έτσι έλεγε. Και εσύ γελούσες και με κοιτούσες με εκείνο το βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ούτε στις επόμενες δέκα ζωές. Πόσο πιο πολύ να με εκδικηθείς; 
Και έφυγες εκείνο το βράδυ, σε πήγα στο αεροδρόμιο και η μόνη κουβέντα που είπες στο δρόμο ήταν ότι με αγαπούσες ή τουλάχιστον αυτό θέλω να θυμάμαι..
Φυσικά και μου λείπεις, φυσικά και σε συγχωρώ. Και αν τώρα σε έβγαζε ο δρόμος από εδώ είτε για τη Μπέτυ είτε για τα κορίτσια είτε για μένα ωραία θα ήταν να έλεγες ένα γεια. Η εχθρός σου κοιμάται και εγώ είμαι στο σαλόνι και περιμένω να δω την κομψή σιλουέτα σου να διαγράφεται στα τζάμι. Πόσο σ'αγαπώ και πόσο μου λείπεις..

                                                                                                            Ειλικρινά δικός σου..

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα, τακτοποίησε τα ψώνια στην ακριβή τους θέση, έφτιαξε με αργές κινήσεις τον καφέ του και κάθισε. Όλα σε μια σειρά. Χρόνια τώρα, η ίδια σειρά. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τη ρουτίνα, αυτές οι ίδιες κινήσεις είναι κάτι σαν ιεροτελεστία για αυτόν, τον βοηθούν να έχει το μυαλό του σε μια σειρά, να κάνει τα πάντα μηχανικά. Έχει μάθει να χρησιμοποιεί το πιο μικρό μέρος τη σκέψης του για τα καθημερινά γιατί χρόνια τώρα με το μεγαλύτερο κομμάτι της έχει φτιάξει έναν φανταστικό κόσμο γύρω του και δεν είναι καθόλου εύκολο να δημιουργήσεις έναν τέτοιο ολόκληρο κόσμο. Έναν κόσμο που οι αρθρώσεις του είναι γερές και τον βοηθούν να σηκώνεται να τρέχει να περπατάει να δουλεύει. Έναν κόσμο που τα χέρια του δεν τρέμουν όταν σερβίρει τον καφέ του. Έναν κόσμο που διαβάζει τα αγαπημένα του βιβλία χωρίς γυαλιά. Και που έχει όνειρα και στόχους, όλα τους δυνητικά πραγματοποιήσιμα. Έναν κόσμο που εκείνη είναι ακόμα μέσα στο σπίτι.
Πέρασαν 4 χρόνια και 2 μήνες. Ήταν Σάββατο πρωί. Το προηγούμενο βράδυ τους είχε επισκεφτεί ο γιος τους με όχι και τόσο ευχάριστα νέα. Εκείνη πολεμούσε τα τελευταία 8 χρόνια με την επάρατη. Επάρατη, πως μπορεί μια λέξη να είναι τόσο άσχημη! Γιατί άραγε ο κόσμος τη χρησιμοποιεί ακόμη. Ποτέ του δεν άντεχε να ακούει αυτή τη λέξη και όμως ήταν η μόνη που τριγύριζε στο μυαλό του όλα εκείνα τα χρόνια. Τα νέα την αφορούσαν. Άλλος ένας κύκλος εξετάσεων και θεραπείας τους περίμεναν αφού τα τελευταία αποτελέσματα δεν ήταν ενθαρρυντικά. Και όμως η ατμόσφαιρα εκείνο το βράδυ Παρασκευής δεν ήταν τόσο άσχημη. Αφενός μεν μετά από τόσα χρόνια πολέμου ενάντια στην ασθένεια είχανε όλοι τους μάθει πως κάθε μάχη είχε τις δυσκολίες της. Αλλά μέχρι στιγμής τις είχανε νικήσει όλες. Αφετέρου, ο γιος, μόλις πριν δυο εβδομάδες τους είχε ανακοινώσει την έλευση του πρώτου τους εγγονού και έτσι το κλίμα από τότε είχε πάντα μια πιο αισιόδοξη νότα. Ο πρωταγωνιστής μας όμως είχε ένα περίεργο σφίξιμο στο στήθος. Ίσως ένα προαίσθημα θα μπορούσε να πει κανείς, παρόλο που οι άντρες δεν φημίζονται για την αντιληπτική ικανότητα των συναισθημάτων τους. Ένιωσε ένα κρύο ρίγος που διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη, άκουγε συνέχεια στο μυαλό του εκείνη την ενοχλητική λέξη και έριξε μια φευγαλέα ματιά στη γυναίκα του. Όχι τόσο φευγαλέα όμως που δεν θα πρόσεχε για άλλη μια φορά το πόσο είχε αλλάξει. Κοίταξε το πρόσωπο της, ήταν τόσο διαφορετικό από τη φωτογραφία πίσω της τραβηγμένη στο γάμο του γιου τους. Κοίταξε τα αδύναμα χέρια της, το αδυνατισμένο σώμα της, το μαντήλι στο κεφάλι της και τα θαμπά πλέον μάτια της, που σε τίποτα δεν θύμιζαν τα λαμπερά εκείνα μάτια που είχε αντικρίσει και ερωτευτεί τότε πριν από 44 ολόκληρα χρόνια. Διέκρινε το φόβο στα μάτια της. Διέκρινε έναν φόβο αλλιώτικο, έναν φόβο που η ίδια προσπαθούσε μάταια να κρύψει. Πως να κρύψεις κάτι τόσο δυνατό από έναν σύντροφο ζωής. Από έναν άνθρωπο που έχει μάθει να διαβάζει ακόμα και το κόμμα στις σκέψεις σου, μοναχά κοιτώντας σε στα μάτια. Ο γιος έφυγε. Κοιμήθηκαν. Το πρωί του Σαββάτου ξύπνησε μόνο ένας. Από τότε η καθημερινότητα άλλαξε.
 Ήταν δάσκαλος. Η αίσθηση ότι ήταν ακόμα χρήσιμος σε κάτι ήταν ικανή να μετριάσει κάπως τον πόνο των πρώτων ημερών. Η δουλειά του τον βοηθούσε να μην σκέφτεται τόσο. Αλλά η παράταση τελείωσε και έπρεπε να μπει στο τρίτο κύκλο της ζωής του, στη σύνταξη. Άλλωστε η φυσική του αντοχή είχε μειωθεί και δεν ήταν πια τόσο παραγωγικός ούτε και υπομονετικός με τα παιδιά. Τον καλούσαν βέβαια, ενίοτε, στο σχολείο, σε εκδηλώσεις και συνεδριάσεις γιατί πάντα εκτιμούσαν τη γνώμη του αλλά όσο περνούσε ο καιρός ακόμα και αυτές οι προσκλήσεις λιγόστευαν. 
Τα πρώτα χρόνια η απουσία της ήταν αβάσταχτη, αλλά όσο ο καιρός περνούσε συνήθιζε. Ίσως είναι στερεότυπο, ίσως το έλεγε για να μην τον λυπούνται αλλά ίσως στο τέλος να είναι αλήθεια, ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. 
Η ζωή τους μαζί ήταν όμορφη και πάντα ενδιαφέρουσα ακόμα και όταν έπαψε να υπάρχει το ερωτικό στοιχείο, υπήρχε αγάπη αρκετή για να συνεχίσουν να ζουν αρμονικά, να γελάνε και να μην χορταίνουν να απολαμβάνουν ένα ποτήρι κράσι τα βράδια της Παρασκευής με την αγαπημένη τους μουσική στο πικαπ της, το πρώτο δώρο που της είχε 
κάνει. Ζούσαν και χαιρόντουσαν όλες τις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Είχαν όμως πάντα από τότε που γνωρίστηκαν και οι δύο ένα ταξίδι-όνειρο που παρόλο που το είχανε πρώτο στη λίστα των προτεραιοτήτων τους δεν πραγματοποίησαν ποτέ. Είχε λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις στο μυαλό τους που δεν θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με το να επισκεφτούν αυτό το μέρος με ένα τουριστικό πρακτορείο, ή και μόνοι τους για λίγες μέρες. Είχανε σχεδιάσει ολόκληρο το πλάνο του ταξιδιού, ήθελαν να περάσουνε τουλάχιστον μία εβδομάδα στη Μονμάρτη να νιώσουν την αύρα όλων των αγπημένων τους μποέμ καλλιτεχνών, ήθελαν να περιηγηθούν στην Παναγία των Παρισίων με την ησυχία τους και να αναβιώσουν όλο το θρύλο που είχε στο μυαλό του ο Ουγκώ όταν έγραφε το έργο του, ήθελαν να περπατήσουν όλες τις γέφυρες του Σηκουάνα, ήθελαν να γευτούν τη γαλλική κουζίνα από μια λίστα με εστιατόρια που ήθελε τουλάχιστον δεκαπενθήμερη διαμονή για να γίνει.Έτσι όπως τα υπολόγιζαν ήθελαν για δεκαπέντε τουλάχιστον μέρες να νιώσουν σαν μόνιμοι κάτοικοι του Παρισιού. Έτσι καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι υποχρεώσεις τους αυξάνονταν ποτέ δεν κατάφεραν να πραγματοποίησουν το ταξίδι τους το οποίο όμως παρέμενε κινητήριος δύναμη και για τους δυο. Το θυμόντουσαν κάθε φορά που κάτι δεν πήγαινε καλά και τους έφερνε πιο κοντά στο εφηβικό τους όνειρο αλλά και στον έρωτα που βίωσαν όταν πρωτογνωρίστηκαν. Είχαν μάλιστα ανοίξει και λογαριασμό, όπου συγκέντρωναν χρήματα για αυτό. Όλα αυτά τα χρήματα έμειναν σε αυτό τον λογαριασμό άθιχτα τόσα χρόνια τώρα.
Η αρχική ιδέα ήταν του γιου του. Σκέφτηκε ότι ένα ταξίδι θα του έκανε καλό. 'Ηξερε πόσο πολύ ήθελαν αυτό το ταξίδι οι γονείς του. Και έτσι αφού ο πατέρας του ήταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση τώρα, του έβαλε την ιδέα να πραγματοποίησει το όνειρο του και μάλιστα πηγαίνοντας στο Παρίσι μαζί τους. Με την οικογένεια του γιου του. Τους πιο κοντινούς και αγαπημένους του ανθρώπους. Θα ήταν για λίγες μέρες.
Έτσι χωρίς να σπαταλήσει πειρισσότερη σκέψη σε αυτό, με μια αποφασιστηκότητα που χαρακτηρίζει κυρίως τα νιάτα, επέλεξε να πάει. Ετοίμασε τις βαλίτσες του και μπήκε στο αυτοκίνητο για το αεροδρόμιο έτοιμος να τους συναντήσει και να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.
Όλα ήταν έτοιμα, έδωσε την αποσκευή του, έπιασε από το χέρι τον μικρό, που μόνο με τον παππού δέχτηκε να μπει στο αεροπλάνο και ανέβηκε τη σκάλα. Κάθε βήμα του του φαινόταν όλο και πιο βαρύ. Τι πήγαινε να κάνει? Πως θα συνέχιζε τη ζωή του χωρίς στόχο? Τι θα είχε να περιμένει? Πως θα άντεχε να γυρίσει σπίτι και να μην βρει τη λίστα με τα πράγματα που θέλανε μαζί να κάνουνε στο Παρίσι? Δεν είχε πια κουράγιο για να φτιάξει πάλι ένα τόσο μεγάλο όνειρο.
Λένε ότι κάθε άνθρωπος χρειάζεται μόνο τρία πράγματα για να είναι ευτυχισμένος: κάποιον να αγαπάει, κάτι να κάνει  και κάτι για να ελπίζει. Του ήταν αδύνατον να μπει στο αεροπλάνο. Δεν θα άντεχε να ζει χωρίς να έχει κάτι να ελπίζει. Η ελπίδα του ήταν απαραίτητη σαν την ίδια του την αναπνοή. Και ας ήξερε ότι δεν θα το πραγματοποιούσε ποτέ. Προτίμησε να το αφήσει σε έναν πιο ωραίο κόσμο, αυτόν της φαντασίας του. Τους ευχήθηκε καλό ταξίδι. Πήρε το ταξί, επέστρεψε στο σπίτι, έφτιαξε τον καφέ του και άνοιξε το πικαπ, χαρούμενος για την επιλογή του και γεμάτος ελπίδα και αισιοδοξία, αφού το όνειρό του  θα παρέμενε ζωντανό για πάντα.