Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα, τακτοποίησε τα ψώνια στην ακριβή τους θέση, έφτιαξε με αργές κινήσεις τον καφέ του και κάθισε. Όλα σε μια σειρά. Χρόνια τώρα, η ίδια σειρά. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τη ρουτίνα, αυτές οι ίδιες κινήσεις είναι κάτι σαν ιεροτελεστία για αυτόν, τον βοηθούν να έχει το μυαλό του σε μια σειρά, να κάνει τα πάντα μηχανικά. Έχει μάθει να χρησιμοποιεί το πιο μικρό μέρος τη σκέψης του για τα καθημερινά γιατί χρόνια τώρα με το μεγαλύτερο κομμάτι της έχει φτιάξει έναν φανταστικό κόσμο γύρω του και δεν είναι καθόλου εύκολο να δημιουργήσεις έναν τέτοιο ολόκληρο κόσμο. Έναν κόσμο που οι αρθρώσεις του είναι γερές και τον βοηθούν να σηκώνεται να τρέχει να περπατάει να δουλεύει. Έναν κόσμο που τα χέρια του δεν τρέμουν όταν σερβίρει τον καφέ του. Έναν κόσμο που διαβάζει τα αγαπημένα του βιβλία χωρίς γυαλιά. Και που έχει όνειρα και στόχους, όλα τους δυνητικά πραγματοποιήσιμα. Έναν κόσμο που εκείνη είναι ακόμα μέσα στο σπίτι.
Πέρασαν 4 χρόνια και 2 μήνες. Ήταν Σάββατο πρωί. Το προηγούμενο βράδυ τους είχε επισκεφτεί ο γιος τους με όχι και τόσο ευχάριστα νέα. Εκείνη πολεμούσε τα τελευταία 8 χρόνια με την επάρατη. Επάρατη, πως μπορεί μια λέξη να είναι τόσο άσχημη! Γιατί άραγε ο κόσμος τη χρησιμοποιεί ακόμη. Ποτέ του δεν άντεχε να ακούει αυτή τη λέξη και όμως ήταν η μόνη που τριγύριζε στο μυαλό του όλα εκείνα τα χρόνια. Τα νέα την αφορούσαν. Άλλος ένας κύκλος εξετάσεων και θεραπείας τους περίμεναν αφού τα τελευταία αποτελέσματα δεν ήταν ενθαρρυντικά. Και όμως η ατμόσφαιρα εκείνο το βράδυ Παρασκευής δεν ήταν τόσο άσχημη. Αφενός μεν μετά από τόσα χρόνια πολέμου ενάντια στην ασθένεια είχανε όλοι τους μάθει πως κάθε μάχη είχε τις δυσκολίες της. Αλλά μέχρι στιγμής τις είχανε νικήσει όλες. Αφετέρου, ο γιος, μόλις πριν δυο εβδομάδες τους είχε ανακοινώσει την έλευση του πρώτου τους εγγονού και έτσι το κλίμα από τότε είχε πάντα μια πιο αισιόδοξη νότα. Ο πρωταγωνιστής μας όμως είχε ένα περίεργο σφίξιμο στο στήθος. Ίσως ένα προαίσθημα θα μπορούσε να πει κανείς, παρόλο που οι άντρες δεν φημίζονται για την αντιληπτική ικανότητα των συναισθημάτων τους. Ένιωσε ένα κρύο ρίγος που διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη, άκουγε συνέχεια στο μυαλό του εκείνη την ενοχλητική λέξη και έριξε μια φευγαλέα ματιά στη γυναίκα του. Όχι τόσο φευγαλέα όμως που δεν θα πρόσεχε για άλλη μια φορά το πόσο είχε αλλάξει. Κοίταξε το πρόσωπο της, ήταν τόσο διαφορετικό από τη φωτογραφία πίσω της τραβηγμένη στο γάμο του γιου τους. Κοίταξε τα αδύναμα χέρια της, το αδυνατισμένο σώμα της, το μαντήλι στο κεφάλι της και τα θαμπά πλέον μάτια της, που σε τίποτα δεν θύμιζαν τα λαμπερά εκείνα μάτια που είχε αντικρίσει και ερωτευτεί τότε πριν από 44 ολόκληρα χρόνια. Διέκρινε το φόβο στα μάτια της. Διέκρινε έναν φόβο αλλιώτικο, έναν φόβο που η ίδια προσπαθούσε μάταια να κρύψει. Πως να κρύψεις κάτι τόσο δυνατό από έναν σύντροφο ζωής. Από έναν άνθρωπο που έχει μάθει να διαβάζει ακόμα και το κόμμα στις σκέψεις σου, μοναχά κοιτώντας σε στα μάτια. Ο γιος έφυγε. Κοιμήθηκαν. Το πρωί του Σαββάτου ξύπνησε μόνο ένας. Από τότε η καθημερινότητα άλλαξε.
 Ήταν δάσκαλος. Η αίσθηση ότι ήταν ακόμα χρήσιμος σε κάτι ήταν ικανή να μετριάσει κάπως τον πόνο των πρώτων ημερών. Η δουλειά του τον βοηθούσε να μην σκέφτεται τόσο. Αλλά η παράταση τελείωσε και έπρεπε να μπει στο τρίτο κύκλο της ζωής του, στη σύνταξη. Άλλωστε η φυσική του αντοχή είχε μειωθεί και δεν ήταν πια τόσο παραγωγικός ούτε και υπομονετικός με τα παιδιά. Τον καλούσαν βέβαια, ενίοτε, στο σχολείο, σε εκδηλώσεις και συνεδριάσεις γιατί πάντα εκτιμούσαν τη γνώμη του αλλά όσο περνούσε ο καιρός ακόμα και αυτές οι προσκλήσεις λιγόστευαν. 
Τα πρώτα χρόνια η απουσία της ήταν αβάσταχτη, αλλά όσο ο καιρός περνούσε συνήθιζε. Ίσως είναι στερεότυπο, ίσως το έλεγε για να μην τον λυπούνται αλλά ίσως στο τέλος να είναι αλήθεια, ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. 
Η ζωή τους μαζί ήταν όμορφη και πάντα ενδιαφέρουσα ακόμα και όταν έπαψε να υπάρχει το ερωτικό στοιχείο, υπήρχε αγάπη αρκετή για να συνεχίσουν να ζουν αρμονικά, να γελάνε και να μην χορταίνουν να απολαμβάνουν ένα ποτήρι κράσι τα βράδια της Παρασκευής με την αγαπημένη τους μουσική στο πικαπ της, το πρώτο δώρο που της είχε 
κάνει. Ζούσαν και χαιρόντουσαν όλες τις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Είχαν όμως πάντα από τότε που γνωρίστηκαν και οι δύο ένα ταξίδι-όνειρο που παρόλο που το είχανε πρώτο στη λίστα των προτεραιοτήτων τους δεν πραγματοποίησαν ποτέ. Είχε λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις στο μυαλό τους που δεν θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με το να επισκεφτούν αυτό το μέρος με ένα τουριστικό πρακτορείο, ή και μόνοι τους για λίγες μέρες. Είχανε σχεδιάσει ολόκληρο το πλάνο του ταξιδιού, ήθελαν να περάσουνε τουλάχιστον μία εβδομάδα στη Μονμάρτη να νιώσουν την αύρα όλων των αγπημένων τους μποέμ καλλιτεχνών, ήθελαν να περιηγηθούν στην Παναγία των Παρισίων με την ησυχία τους και να αναβιώσουν όλο το θρύλο που είχε στο μυαλό του ο Ουγκώ όταν έγραφε το έργο του, ήθελαν να περπατήσουν όλες τις γέφυρες του Σηκουάνα, ήθελαν να γευτούν τη γαλλική κουζίνα από μια λίστα με εστιατόρια που ήθελε τουλάχιστον δεκαπενθήμερη διαμονή για να γίνει.Έτσι όπως τα υπολόγιζαν ήθελαν για δεκαπέντε τουλάχιστον μέρες να νιώσουν σαν μόνιμοι κάτοικοι του Παρισιού. Έτσι καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι υποχρεώσεις τους αυξάνονταν ποτέ δεν κατάφεραν να πραγματοποίησουν το ταξίδι τους το οποίο όμως παρέμενε κινητήριος δύναμη και για τους δυο. Το θυμόντουσαν κάθε φορά που κάτι δεν πήγαινε καλά και τους έφερνε πιο κοντά στο εφηβικό τους όνειρο αλλά και στον έρωτα που βίωσαν όταν πρωτογνωρίστηκαν. Είχαν μάλιστα ανοίξει και λογαριασμό, όπου συγκέντρωναν χρήματα για αυτό. Όλα αυτά τα χρήματα έμειναν σε αυτό τον λογαριασμό άθιχτα τόσα χρόνια τώρα.
Η αρχική ιδέα ήταν του γιου του. Σκέφτηκε ότι ένα ταξίδι θα του έκανε καλό. 'Ηξερε πόσο πολύ ήθελαν αυτό το ταξίδι οι γονείς του. Και έτσι αφού ο πατέρας του ήταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση τώρα, του έβαλε την ιδέα να πραγματοποίησει το όνειρο του και μάλιστα πηγαίνοντας στο Παρίσι μαζί τους. Με την οικογένεια του γιου του. Τους πιο κοντινούς και αγαπημένους του ανθρώπους. Θα ήταν για λίγες μέρες.
Έτσι χωρίς να σπαταλήσει πειρισσότερη σκέψη σε αυτό, με μια αποφασιστηκότητα που χαρακτηρίζει κυρίως τα νιάτα, επέλεξε να πάει. Ετοίμασε τις βαλίτσες του και μπήκε στο αυτοκίνητο για το αεροδρόμιο έτοιμος να τους συναντήσει και να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.
Όλα ήταν έτοιμα, έδωσε την αποσκευή του, έπιασε από το χέρι τον μικρό, που μόνο με τον παππού δέχτηκε να μπει στο αεροπλάνο και ανέβηκε τη σκάλα. Κάθε βήμα του του φαινόταν όλο και πιο βαρύ. Τι πήγαινε να κάνει? Πως θα συνέχιζε τη ζωή του χωρίς στόχο? Τι θα είχε να περιμένει? Πως θα άντεχε να γυρίσει σπίτι και να μην βρει τη λίστα με τα πράγματα που θέλανε μαζί να κάνουνε στο Παρίσι? Δεν είχε πια κουράγιο για να φτιάξει πάλι ένα τόσο μεγάλο όνειρο.
Λένε ότι κάθε άνθρωπος χρειάζεται μόνο τρία πράγματα για να είναι ευτυχισμένος: κάποιον να αγαπάει, κάτι να κάνει  και κάτι για να ελπίζει. Του ήταν αδύνατον να μπει στο αεροπλάνο. Δεν θα άντεχε να ζει χωρίς να έχει κάτι να ελπίζει. Η ελπίδα του ήταν απαραίτητη σαν την ίδια του την αναπνοή. Και ας ήξερε ότι δεν θα το πραγματοποιούσε ποτέ. Προτίμησε να το αφήσει σε έναν πιο ωραίο κόσμο, αυτόν της φαντασίας του. Τους ευχήθηκε καλό ταξίδι. Πήρε το ταξί, επέστρεψε στο σπίτι, έφτιαξε τον καφέ του και άνοιξε το πικαπ, χαρούμενος για την επιλογή του και γεμάτος ελπίδα και αισιοδοξία, αφού το όνειρό του  θα παρέμενε ζωντανό για πάντα.